Λυπούμαστε, αλλά τα λεξικά μας δεν ξέρουν να μεταφράζουν προτάσεις!
Το WordReference προσφέρει διαδικτυακά λεξικά, όχι λογισμικό μεταφράσεων. Παρακαλούμε, αναζητήστε μία μία τις λέξεις (μπορείτε να τις κλίκαρετε παρακάτω) ή κάντε μια ερώτηση στα φόρουμε εάν χρειάζεστε άλλη βοήθεια.

have an effect on


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο effect παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: have | an | on
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
effect n(consequence)συνέπεια ουσ θηλ
  αποτέλεσμα ουσ ουδ
 Before you do anything, think about the possible effects of your actions.
 Πριν κάνεις κάτι, σκέψου τις πιθανές συνέπειες των πράξεών σου.
 Πριν κάνεις κάτι, σκέψου τα πιθανά αποτελέσματα των πράξεών σου.
effect n(efficacy)αποτέλεσμα ουσ ουδ
 (επίσημο)επίδραση ουσ θηλ
 The government intervention had no effect.
 Η παρέμβαση της κυβέρνησης δεν είχε αποτέλεσμα.
 Η παρέμβαση της κυβέρνησης δεν είχε καμία επίδραση.
effect n(appearance)εμφάνιση ουσ θηλ
  εικόνα ουσ θηλ
 This make-up creates a lovely effect.
 Με αυτό το μέικ-απ πετυχαίνετε μια πολύ καλή εμφάνιση.
effect noften plural (visual, audio device)εφέ ουσ ουδ άκλ
 The band used some lighting effects in their show.
 Η μπάντα χρησιμοποίησε ορισμένα εφέ φωτισμού στο σόου.
effects npl(belongings)υπάρχοντα ουσ ουδ
 When going through airport security, passengers must remove phones and other effects from their pockets.
 Όταν περνάνε από τον έλεγχο στο αεροδρόμιο οι επιβάτες πρέπει να απομακρύνουν τα τηλέφωνα και τα λοιπά υπάρχοντά τους από τις τσέπες τους.
effect [sth] vtr(bring about [sth])επιφέρω ρ μ
 The government effected change through its policy of taxation.
 Η κυβέρνηση επέφερε αλλαγές μέσω της φορολογικής της πολιτικής.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
effect n(meaning)εντύπωση ουσ ουδ
 The effect of his look was clear. He was very angry.
 Η εντύπωση που έδινε το βλέμμα του ήταν ξεκάθαρη. Ήταν πολύ θυμωμένος.
effect n(physics: phenomenon)φαινόμενο ουσ ουδ
 This paper discusses the production of mechanical effect.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
aftereffect,
also UK: after-effect
n
often plural (consequence)συνέπεια, απόρροια ουσ θηλ
  επακόλουθο ουσ ουδ
  απότοκο ουσ ουδ
 (για αρνητικό)επίπτωση ουσ θηλ
butterfly effect (cumulative effect)το φαινόμενο της πεταλούδας φρ ως ουσ ουδ
cause and effect n(principle of causality)αίτιο και αποτέλεσμα φρ ως ουσ ουδ
  αίτιο και αιτιατό φρ ως ουσ ουδ
 The law of cause and effect (Karma) is an important principle in Buddhism.
come into force,
come into effect
v expr
(become applicable, active)τίθεμαι σε ισχύ ρ αμ
 The new law does not come into force until February of next year.
desired effect n(intended result or impact)επιθυμητό αποτέλεσμα επίθ + ουσ ουδ
 Wearing a scary mask on Halloween got the desired effect: everyone was scared.
deterrent effect n(that deters)αποτρεπτικό αποτέλεσμα επίθ + ουσ ουδ
 Despite what its supporters say, studies show that the deterrent effect of the death sentence is negligible.
dihedral effect n(rolling of an aircraft) (ζαργκόν: αεροπορία)επίδραση της διέδρου περίφρ
domino effect n(chain of events)αλυσιδωτές αντιδράσεις ουσ θηλ πλ
 The Tunisia Revolution triggered a domino effect in the region.
Doppler effect n(physics: change in frequency)φαινόμενο Doppler φρ ως ουσ ουδ
effect size n(statistics: ratio)μέγεθος της επίδρασης, μέγεθος του αποτελέσματος φρ ως ουσ ουδ
for effect expr(to make an extra impression)για να κερδίσω εντυπώσεις, για να τραβήξω την προσοχή έκφρ
 (καθομιλουμένη)για εφέ έκφρ
greenhouse effect n(environment: global warming)φαινόμενο του θερμοκηπίου φρ ως ουσ ουδ
 Temperatures are gradually rising globally due to the greenhouse effect.
Groundhog Day effect n(repetitious routine)ημέρα της μαρμότας φρ ως ουσ θηλ
have a strong effect v expr(make a big impact)έχω μεγάλη επίδραση, έχω σημαντική επίδραση περίφρ
 Bright colors have a strong effect on mood.
have an effect v expr(make an impact)είμαι αποτελεσματικός ρ έκφρ
  έχω αποτέλεσμα, φέρνω αποτέλεσμα περίφρ
  αποδίδω ρ αμ
 Advertising takes a lot of money to have an effect.
hypnotic effect n(power to put into a trance)υπνωτική δράση επίθ + ουσ θηλ
 Her perfume had a hypnotic effect on those around her.
hypnotic effect nfigurative (power to mesmerize or entrance)γοητεία που ασκεί κάτι περίφρ
in effect adv(to all intents and purposes)στην πραγματικότητα περίφρ
  ουσιαστικά, βασικά επίρ
  στην ουσία περίφρ
 The Internet is, in effect, the most detailed archive of our times.
 Βασικά το ίντερνετ αποτελεί το πιο λεπτομερές αρχείο της εποχής μας.
be in effect v expr(be in operation)ισχύω ρ αμ
  βρίσκομαι σε ισχύ έκφρ
 (καθαρεύουσα)βρίσκομαι εν ισχύ έκφρ
 The new law has been in effect for a year now.
knock-on effect nUK (indirect consequence)παράπλευρη συνέπεια επίθ + ουσ θηλ
 Inflation can be a knock-on effect of increased government spending.
long-term effect noften plural (impact extending into the future)μακροπρόθεσμη επίπτωση, μακροπρόθεσμη επίδραση επίθ + ουσ θηλ
net result,
net effect
n
(outcome)αποτέλεσμα ουσ ουδ
 The net result of all the conflict was poverty and more instability.
placebo effect n(of medication)επίδραση εικονικού φαρμάκου, επίδραση placebo φρ ως ουσ θηλ
Σχόλιο: πλασίμπο: ξενικό, άκλιτο. Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 He really believed the pills he was taking were working but it was just a placebo effect.
put [sth] into effect v expr(law, rule: enforce)θέτω σε ισχύ έκφρ
 The government should move immediately to put the law into effect.
ripple effect n(spread or influence of [sth](μεταφορικά: αρνητικές καταστάσεις)αλυσιδωτή αντίδραση φρ ως ουσ θηλ
 (μεταφορικά)αλλεπάλληλα κύματα φρ ως ουσ ουδ πληθ
  φαινόμενο μεγάλης έντασης που εξαπλώνεται σαν κύμα περίφρ
  απανωτός επίθ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει, πάντα, αντιστοιχία στη δομή.
 When one person applauds and everyone else joins in, that's the ripple effect at work.
 Όταν ένα άτομο χειροκροτεί και, στη συνέχεια, τον μιμούνται κι άλλοι, τότε μιλάμε για αλλεπάλληλα κύματα χειροκροτημάτων.
side effect n(secondary effect: of drug)παρενέργεια ουσ θηλ
 Side effects of this drug may include nausea and a skin rash.
 Οι παρενέργειες αυτού του φαρμάκου ενδέχεται να περιλαμβάνουν ναυτία και εξανθήματα.
side effect n([sth] incidental) (κάτι κακό)παράπλευρη απώλεια φρ ως ουσ θηλ
 (κάτι καλό)παράπλευρο κέρδος φρ ως ουσ ουδ
 (μεταφορικά)παρενέργεια ουσ θηλ
 Losing weight is a welcome side effect of fasting in Lent.
 Το αδυνάτισμα είναι μια ευπρόσδεκτη παρενέργεια του να νηστεύει κανείς τη Σαρακοστή.
sound effect noften plural (noises reproduced artificially)ηχητικό εφέ έκφρ
 A good action movie needs excellent sound effects.
 Μια καλή ταινία δράσης χρειάζεται εξαιρετικά ηχητικά εφέ.
special effect nusually plural (cinema, TV: visual created artificially)ειδικά εφέ επίθ + ουσ ουδ άκλ
  εφέ ουσ ουδ άκλ
  σπέσιαλ εφέ ουσ ουδ άκλ
 The film has lots of stunning special effects but no story.
take effect v expr(work, have an influence)ενεργώ, λειτουργώ, επιδρώ ρ αμ
 Within half an hour the tablets took effect and the pain disappeared.
 The poison quickly began to take effect.
 Μέσα σε μισή ώρα τα χάπια ενήργησαν (or: επέδρασαν) και ο πόνος εξαφανίστηκε. // Το δηλητήριο άρχισε να ενεργεί γρήγορα.
take effect v expr(become valid)αρχίζω να ισχύω έκφρ
  τίθεμαι σε ισχύ έκφρ
 The new law takes effect from midnight on Sunday.
to this effect adv(for this purpose)με αυτόν το σκοπό περίφρ
to this effect adv(like this)αντίστοιχα, ανάλογα, αναλόγως επίρ
  με αυτόν τον τρόπο φρ ως επίρ
total effect n(overall impact)συνολική, γενική εντύπωση ουσ θηλ
 Individually the performances were nothing special, but taken together the total effect was stunning.
with immediate effect adv(from this very moment)με άμεση ισχύ φρ ως επίρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'have an effect on' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση have an effect on στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «have an effect on».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!